ρουμπού

η, Ν
1. στρωσίδι καμωμένο με ρουμπιά, με κουρέλια, κουρελού
2. (υβριστικά) ανυπόληπτη ή ακατάστατη γυναίκα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ρουμπί (ΙΙ) + κατάλ. -ού (πρβλ. κουρελ-ού)].

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.